
Η Ασία δεν υποφέρει από έλλειψη χώρου -πρόκειται για μια τεράστια ήπειρο με αμέτρητους προορισμούς, πολλοί από τους οποίους έχουν ανάγκη τον τουρισμό για την οικονομική τους επιβίωση. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι η συγκέντρωση: «πολύς κόσμος στα ίδια μέρη, την ίδια στιγμή».
Η Αμερικανίδα τουρίστρια Σάνον Κλερκ, που ταξίδεψε πρόσφατα με την αδελφή της στην Ιαπωνία, περιγράφει το Κιότο ως τον πιο συνωστισμένο σταθμό του ταξιδιού τους: «Ξυπνήσαμε στις 5 το πρωί για να δούμε το ιερό Φουσίμι Ινάρι, πριν φτάσουν τα πλήθη. Στην αρχή υπήρχαν λίγοι, αλλά στην επιστροφή κατέφθαναν μαζικά οι τουρίστες».
Όπως λέει, σε κάθε ιερό ή ιστορικό σημείο «οι χώροι ήταν κατακλυσμένοι από μη Ιάπωνες τουρίστες, ντυμένους με κιμονό και σανδάλια, να βγάζουν φωτογραφίες για το Instagram».
Ο Μπάουερμαν αποδίδει την κατάσταση σε πολλούς παράγοντες: την «εκρηκτική» ζήτηση μετά την πανδημία, τις φθηνές αεροπορικές προσφορές, τη διεύρυνση της μεσαίας τάξης σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα και τις εντατικές καμπάνιες προβολής των εθνικών οργανισμών τουρισμού. Παράλληλα, όλο και περισσότεροι ντόπιοι τουρίστες ταξιδεύουν μέσα στις ίδιες τους τις χώρες.
«Είναι σαν να βγήκε το τζίνι από το μπουκάλι» λέει χαρακτηριστικά. «Το ερώτημα είναι πώς το ξαναβάζεις μέσα».
Σύμφωνα με την Ένωση Ταξιδιών Ασίας-Ειρηνικού (PATA), ο τουρισμός στην Ασία έχει ανακάμψει θεαματικά μετά την πανδημία. Το πρώτο εξάμηνο του 2025, η Βορειοανατολική Ασία (Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα) σημείωσε αύξηση 20% στις αφίξεις, ενώ ακόμη και χώρες όπως η Μογγολία αναφέρουν σημαντική άνοδο. Στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου πλησιάζει η υψηλή περίοδος, το Βιετνάμ καταγράφει άνοδο 21% στις διεθνείς αφίξεις, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού του ΟΗΕ (UNWTO).
Το Βιετνάμ και η παγίδα της επιτυχίας
Η Χαλόνγκ Μπέι και το ιστορικό Χόι Αν, δύο τοποθεσίες παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, έχουν γεμίσει τουρίστες. «Μόλις ένας προορισμός αποκτήσει το σήμα της UNESCO, όλοι θέλουν να πάνε» σχολιάζει ο Μπάουερμαν. «Το Βιετνάμ είναι πολύ δημοφιλές τόσο στους ξένους όσο και στους εγχώριους τουρίστες -και μιλάμε για χώρα με πάνω από 100.000.000 κατοίκους».
Αντίθετα, η Ταϊλάνδη καταγράφει μείωση 6% στους ξένους επισκέπτες σε σχέση με πέρυσι, αλλά στα πιο δημοφιλή μέρη της η κατάσταση παραμένει… αποπνικτική. Στο Πουκέτ, οι Αρχές προσπαθούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα όπως η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η λειψυδρία και η ανεξέλεγκτη χρήση κάνναβης -μετά την αποποινικοποίηση του 2022.
Η Αμερικανίδα ταξιδιώτισσα Γκάμπι Χιμένεθ περιγράφει τη δική της εμπειρία: «Κάναμε εκδρομή με βάρκα στα νησιά Πι Πι, αλλά δεν ήμασταν οι μόνοι. Πάνω από 100 σκάφη έκαναν την ίδια διαδρομή. Στον κόλπο Μάγια, που έγινε διάσημος από την ταινία “The Beach”, χρειάστηκε πάνω από μία ώρα για να περάσουμε μέσα από το πλήθος και να επιστρέψουμε στο σκάφος».
Μπαλί: παράδεισος υπό πίεση
Η Νίκι Σκοτ, ιδρύτρια του περιοδικού South East Asia Backpacker, επισημαίνει τρεις βασικές συνέπειες του υπερτουρισμού: περιβαλλοντική καταστροφή λόγω υπερβολικής δόμησης, πίεση στους φυσικούς πόρους και απώλεια της τοπικής κουλτούρας.
«Το Μπαλί είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα» λέει. «Από τη ρύπανση με πλαστικό και τη λειψυδρία μέχρι τα τρομερά μποτιλιαρίσματα, το νησί έχει πληγεί σοβαρά». Προσθέτει ότι οι πρόσφατες πλημμύρες -οι χειρότερες εδώ και δεκαετίες- οφείλονται εν μέρει στην εξαφάνιση των ορυζώνων για χάρη νέων ξενοδοχείων και πολυτελών κατοικιών, κάτι που επιδείνωσε τα προβλήματα αποστράγγισης.
Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν είναι καινούριο. Ήδη πριν από την πανδημία, περιοχές όπως το νησί Μπορακάι στις Φιλιππίνες είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, οδηγώντας τις Αρχές να κλείσουν το νησί για έξι μήνες το 2018 και αργότερα για δύο χρόνια κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ώστε να ανακάμψει το φυσικό περιβάλλον.
Από τότε, η κυβέρνηση έχει επιβάλει όρια στις αφίξεις, αυστηρότερη περιβαλλοντική προστασία και απαγόρευση μη αδειοδοτημένων καταλυμάτων. Οι τοπικές επιχειρήσεις αναφέρουν σήμερα καθαρότερη θάλασσα και λιγότερα πλήθη.








