Η ποιμαντορικη εγκύκλιος Χριστουγέννων του Μητροπολίτη Δράμας κ. Παύλου

 

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.«Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο».

(Ἰωαν. 1,14).

Μεγάλο, μοναδικό, ἀνεπανάληπτο τό γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ποιά γλῶσσα καί ποιός νοῦς μπορεῖ πράγματι νά συλλάβει τό μεγάλο μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ;

Ὁ Χριστός, διαλαλεῖ ὁ μέγας Παῦλος : «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, ἐκένωσεν ἑαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. 2,6-7). Καταδέχθηκε νά φορέσει τά κουρέλια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, «χωρίς ἁμαρτίας» (Ἑβρ. 4,15), ἀπό φιλανθρωπία γιά νά μᾶς ἐξαγοράσει ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Ποτέ ἄλλοτε δέν σαρκώθηκε οὔτε θά ξανασαρκωθεῖ ὁ Θεός.

Πολύ γλαφυρά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος ἐμβαθύνει στό μυστήριο τῆς σαρκώσεως  : «ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ προαιώνιος Λόγος, ἔγινε γιά μένα υἱός ἀνθρώπου, γεννημένος ἀπ’ τήν παρθένο Μαρία. Ὁ τρόπος εἶναι ἀνέκφραστος. Ὁ ἴδιος ἔγινε ὁλόκληρος ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἦταν πάντοτε ὁλόκληρος Θεός. Καί αὐτό χάριν ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Χαρίζει ὁλόκληρη τή σωτηρία» (Ε.Π.Ε. 4, 374-376).

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νά γεννηθεί ἀπό καθαρό ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό παρθένο κόρη. Ἔπρεπε νά ντυθεῖ τήν ἀνθρώπινη φύση ἀλλά καθαρή καί ἀμίαντη. Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν μόνο ἡ Παναγία. Γεννήθηκε μέ ὑπερφυσικό τρόπο, γιατί ὁ φυσικός μεταδίδει τό μικρόβιο τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό τέθηκαν σέ ἀργία οἱ νόμοι τῆς φύσεως. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει : «Κι’ αὐτήν πού γέννησε βλέπω, κι Αὐτόν πού γεννήθηκε. Ἀλλά τόν τρόπο τῆς γεννήσεως δέν κατανοῶ. Διότι νικιέται ἡ φύσις, ὅπως κι ὁ φυσικός νόμος, ἐκεῖ πού θέλει ὁ Θεός» (Ε.Π.Ε. 35, 468-470).

Ὁ πρῶτος Ἀδάμ προῆλθε ἀπό παρθένο γῆ. Ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, προῆλθε ἀπό παρθένο κόρη. Ἡ πρώτη γυναῖκα προῆλθε ἀπό ἄνδρα, τόν Ἀδάμ χωρίς τή συνέργεια γυναίκας. Ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, προῆλθε ἀπό γυναῖκα, τήν Παρθένο, χωρίς τή συνέργεια  ἄνδρα. Σῶος ἔμεινε ὁ Ἀδάμ μετά τήν ἀφαίρεση τῆς πλευρᾶς, ἄφθορος ἔμεινε καί ἡ Παρθένος μετά τήν πρόοδο τοῦ βρέφους.

Μέ τή γέννησή Του μᾶς ἔκανε πρόσλημμα δικό Του. Ἔγινε  «κοινωνός τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1,4). Προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τήν θεραπεύσει. Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει : «οἱ ἄνθρωποι ἔχουν περιβληθεῖ τή σάρκα, γιά νά ὑπάρχουν καί νά ζοῦν. Ὁ Λόγος ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά ἁγιάσει τή σάρκα. Καί ἐνῶ εἶναι Κύριος, παρουσιαζόταν μέ τή μορφή τοῦ δούλου. Καί εἶναι Κύριος, διότι ὁλόκληρη ἡ κτίσις εἶναι δούλη Του, ἀφοῦ ἀπ’ αὐτόν πλάστηκε καί δημιουργήθηκε. (Ε.Π.Ε. 2, 224).

Ὁ Χριστός ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπία ἔγινε ἕνα μέ μᾶς. Ἁγίασε μέ τόν ἑαυτό Του τόν ἄνθρωπο. Ἔγινε ἡ ζύμη στό ὅλο φύραμα τῆς ἀνθρωπότητας. Μέ τήν πρόσληψη ἔγινε ὅλα ὅσα εἴμαστε ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία. Λέγεται Χριστός ἐπειδή ἔχει τή θεότητα πού εἶναι τό χρίσμα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ χρίουσα φύσις ὀνομάζεται Θεός καί γίνεται ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ἡ χριόμενη φύσις Θεός.

Μπροστά στό μεγάλο αὐτό μυστήριο μόνο ἡ εὐγνώμων σιωπή μπορεῖ νά σταθεῖ. Ἄν χωράει ἡ θάλασσα σ’ ἕνα ποτῆρι, ἄλλο τόσο μπορεῖ ἡ διάνοιά μας νά χωρέσει τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά τό πλάσμα Του. Αὐτός μᾶς προσέλαβε, μᾶς ἔκανε δικούς Του καταβάλλοντας τό ἀκριβό τίμημα τοῦ αἵματός Του πάνω στόν σταυρό.

Ἐμεῖς ὅμως τόν προσλαμβάνουμε ; Ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά γεννηθεῖ μέσα στίς καρδιές καί νά τίς ἀναγεννήσει. Ὅσοι πιστοί, ἄς σπεύσουμε νά προσκυνήσουμε μέ πίστη τόν σαρκωθέντα Κύριο. Νά καθαρίσουμε τόν σταῦλο τῆς ψυχῆς μας μέ τό λουτρό τῆς ἐξομολογήσεως. Νά καταστήσουμε τήν ψυχή μας κατοικητήριο δικό Του.

Θά προσλάβουμε τόν Χριστό ἐάν ἡ καρδιά μας γίνει μία φάτνη πού θά δεχθεῖ τόν Λυτρωτή. Πῶς μποροῦμε αὐτό νά τό κατορθώσουμε ;

Πρῶτον μέ τήν πίστη. Αὐτή ἐνθρονίζει τόν Χριστό μέσα μας.

Δεύτερον μέ τήν μετάνοια καί τόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Λέγεται ὅτι ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος κάποια χριστούγεννα ἀγρυπνοῦσε στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ καί τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος. Τόν ρώτησε ὁ ἅγιος : «τί δῶρο θέλεις νά σοῦ προσφέρω Κύριε αὐτή τή νύχτα» ; Καί τοῦ ἀπάντησε : «τίς ἁμαρτίες σου, νά τίς συγχωρήσω». Αὐτό ζητάει ὁ Χριστός ἀπό μᾶς. Τήν καρδιά μας, τίς ἁμαρτίες μας καί τήν ἀπόφασή μας νά ἀρχίσουμε μία νέα ζωή ἐν Χριστῷ.

Τρίτον, μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἕνωσή μας μαζί Του διά τῆς κοινωνίας τῶν ἀχράντων μυστηρίων ὥστε νά ἔχουμε «τόν Χριστόν κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» καί νά εἴμαστε «ναός τοῦ παναγίου καί προσκυνητοῦ Πνεύματος».

Καί τέταρτον μέ τήν προσευχή, πού εἶναι κοπιαστικός πνευματικός ἀγῶνας γιά τήν ἀποκατάσταση μέσα μας τῆς θείας ἐκείνης πνοῆς πού ὁ Θεός «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἀδάμ» καί μέ τή δύναμη τῆς ὁποίας «ἐγένετο εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γεν. 2,7). Οἱ ἅγιοι πατέρες μᾶς παρέδωσαν μία προσευχή πού εἶναι ὁμολογία πίστεως καί εἶναι ἡ ἑξῆς : «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με».

Ὅταν λέμε τόν Χριστό «ΚΥΡΙΟ», Τόν ὁμολογοῦμε γιά Θεό. Ὅταν Τόν λέγομε «ΙΗΣΟΥ» ὁμολογοῦμε τήν ἐνανθρώπισή Του. Καί ἐνῶ σαρκώθηκε, δέν ἔπαυσε νά εἶναι Θεός, γι’ αὐτό μέ τό «ΧΡΙΣΤΟΣ» ἐκφράζουμε καί τήν Θεία καί τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Ἡ ἐμμονή στήν προσευχή ἐλέγχει τόν βαθμό τῆς θερμότητας τοῦ χριστιανοῦ καί σάν κάτοπτρο, ἐμφανίζεται ἡ πορεία τῆς πνευματικῆς του προόδου.

Ὁ Χριστός ἐπέλεξε ὡς πρῶτο κατοικητήριό Του τήν παρθένο Μαρία. Ὑποσχέθηκε ὅμως ὅτι θά ἐνοικεῖ καί στίς ψυχές ἐκείνων πού τόν προσλαμβάνουν : «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω» (Β΄ Κορ. 6,16). Κάποιοι τοῦ κλείνουν τίς πόρτες. Ἐμεῖς ἄς τοῦ ἀνοίξουμε διάπλατα τίς πόρτες τῆς ζωῆς μας ἀναφωνώντας «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος». Ὅσο εἶναι δυνατό στή φύση μας ἄς ἀνταποδώσουμε σ’ Αὐτόν τήν τιμή. Καί ὁ Θεός καμμιά ἄλλη πληρωμή δέν περιμένει ἀπό μᾶς, παρά μόνο τή σωτηρία μας καί τήν προσπάθεια γιά ἀρετή. Ὁ Θεός γι’ αὐτό ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βάλει τόν ἄνθρωπο στό δρόμο τῆς σωτηρίας πού εἶναι δρόμος ἐλεύθερης ἐπιλογῆς, προσωπικῆς εὐθύνης καί βαθειᾶς ἐσωτερικῆς εἰρήνης. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἐλεύθερα καί μέ τή θέλησή μας μποροῦμε νά δεχθοῦμε στή ζωή μας τόν Σωτῆρα Χριστό.

Ἄν σαρκώθηκε γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπό κάθε μολυσμό ἁμαρτίας, ἀποτελεῖ ἐγκληματική ἀμέλεια νά μή καθαρισθοῦμε. Ἄν ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σάρκωση τῆς ἀγάπης, ἀποτελεῖ ὑποκρισία νά γιορτάσουμε χριστούγεννα χωρίς ἔκφραση ἀγάπης στούς ἐνδεεῖς ἀδελφούς μας.

Τά λαμπιόνια, τά ρεβεγιόν, οἱ ψεύτικες βιτρίνες κακόγουστων ἐκδηλώσεων δέν εἶναι πρόσληψη τοῦ σαρκωθέντα Χριστοῦ. Εἶναι κακοποίηση, ἀλλοτρίωση, παραχάραξη τοῦ μηνύματος τῶν χριστουγέννων. Εἶναι εἰδωλολατρία.

Ἐμεῖς ἄς τόν προσλάβουμε μέ τήν πίστη μας, τήν προσευχή μας, τήν ἀγάπη μας, τήν χριστομίμητη ζωή μας. ΑΜΗΝ.

 

Διάπυρος πρός τόν ἐν τῷ Θεοδέγμονι Σπηλαίῳ

τεχθέντα Κύριον εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ΔΡΑΜΑΣ ΠΑΥΛΟΣ

Website Pin Facebook Twitter Myspace Friendfeed Technorati del.icio.us Digg Google StumbleUpon Premium Responsive