Η αποστήθιση, το μέλλον και το Rebel του Νίκου Τιλκερίδη

Στην τρίτη λυκείου.

Ανάμεσα στις παπαγαλίες και στο καλύτερο μέλλον στάθηκαν το τσοπεράκι μου, η πράσινη γραφομηχανή , οι έρωτες , τα ξύλινα καραβάκια , τα βινύλια στην τσαγερία, η Ρέμβη , η Status , ο Κορύλοβος.
Μονόδρομος για την επιτυχία η αποστήθιση! Σημείο αναφοράς εξυπνάδας, επιμέλειας, θέλησης , οξυδέρκειας , ακεραιότητας χαρακτήρα. Όλα τα άλλα είναι λίγα κι αδιάφορα. Χωρίς την αποστήθιση απλώς το μέλλον είναι αλλού και δεν σου ανήκει…
Το τσοπεράκι μου, μικρό, γυαλιστερό, τίμιο και πανέμορφο συνοδεύει το παλιό δερμάτινο που δανείστηκα από τον πατέρα μου. Το καβαλάω και νομίζω…. Νομίζω ότι είναι πρόθυμο να με οδηγήσει σε όποιο δρόμο ή μέλλον του ορίσω. Ότι θα γλιστρήσω ήρεμα κι αργά μαζί του , μέσα στους στίχους του μυαλού μου. Ότι θα καλωσορίσει κάθε επιλογή της γενετήσιας αλλά και ρομαντικής ορμής μου. Είναι τα πόδια και τα φτερά μου , για το οποίο δούλευα τα καλοκαίρια σε σούπερ μάρκετ.
Δύο χρόνια νωρίτερα η πράσινη γραφομηχανή είχε χαράξει τη δική της ιστορία: Ποιήματα απαισιόδοξα , στίχοι με ηρωικές εξόδους , νικητές και ηττημένους , έρωτες, ανθισμένα και μαραμένα λουλούδια , στρατηγούς και στρατιώτες , φωτιά στα Βαλκάνια. Κι όταν η γραφομηχανή χαλάει , η κοπέλα από το φωτοτυπάδικο, απέναντι από τα δικαστήρια που συγκινείται ή στεναχωριέται. Και μετά ένας τύπος από τη Θεσσαλονίκη που συμβουλεύει να σταματήσω το γράψιμο γιατί είναι στενάχωρα τα ποιήματα και δεν ταιριάζουν στην ηλικία μου. Τι μαλάκας !!! Όχι αυτός. Εγώ που τον άκουσα…
Οι έρωτες , φτιαγμένοι μέσα από τα τραγούδια και τις αφιερώσεις στο ράδιο Δράμα , τα βράδια με την ήρεμη φωνή του Αργύρη Σιδηρόπουλου. Smokies – living next door to Alice. Εγώ γιατί να μην έχω μία Alice να μένει δίπλα μου; Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μέχρι αργά με το λευκό βιβλίο της ιστορίας , κρατώντας σημειώσεις για τις ημερομηνίες του κάθε πολέμου και του συγκροτήματος του κάθε τραγουδιού. Κι εκεί ανάμεσα στις σημειώσεις μερικά στιχάκια, αφιερώσεις και συνθήματα. Και φυσικά με το rec σε κασέτες χρωμίου ή μετάλλου. Έρωτες ,άλλες φορές με πάθος, άλλες με ξεπέτες, άλλες με έπαρση κι άλλες με τρομερές χυλόπιτες . Όλες όμως συνδυασμένες με κάποιο τραγούδι , με κάποιο συμβολισμό , με κάποιο «θα» και με κάποιο «ίσως». Οι καρδιές και τα σώματα ωραία και ελεύθερα, στα κόκκινα, ποτέ στο ρελαντί.
Και μέσα σε όλα, τα σπυράκια της εφηβείας να σου χαλάνε τη μόστρα που έφτιαχνες με το ροζ ζελέ.
Τον χειμώνα , με το τσοπεράκι μέσα στο κρύο, με κάτι χοντροκομμένα γάντια της κακιάς ώρας. Μόλις έπεφτε ομίχλη στον Κορύλοβο , κατευθείαν να χωθώ μέσα της, να φτάσω στην κορυφή και μετά να πάρω την κατηφόρα με σβηστή τη μηχανή για να νιώσω την υγρασία του αέρα χωρίς μεταλλικούς ήχους.
Μετά τον Κορύλοβο, στο καπάκι στην Τσαγερία , στην οδό Σκρά, στου Κάπτεν. Το μαγαζί, αποκομμένο από την πολυκοσμία, ιδανικό για ζευγαράκια και μοναχικούς τύπους. Φτιαγμένο με ξύλο από τα χέρια εξαιρετικού μάστορα. Το σφαιρικό ενυδρείο στην μέση να κλέβει την παράσταση. Λίγο πιο πάνω στο ράφι το μεγάλο ξύλινο καράβι του Θεολόγη και λίγο πιο πέρα το δικό μου μικρότερο ξύλινο. Το όνομα του Ανατολή. Ο Θεολόγης φτιάχνει τα καλύτερα τσάγια με τον πιο απλό αλλά μυστικό τρόπο!!! Κάποια στιγμή τον έμαθα. Ζευγαράκια πάνε κι έρχονται , τα βρίσκουν , τα χαλάνε, ενίοτε τα πίνουν. Ο Φώτης με τον Χάρη κάνουν live και οι φίλοι μαζεύονται. Πίσω από το μπαρ, όλα είναι ιδανικά . Κοιτάς ποιος μπαίνει, τι πίνει, τι καπνίζει, τον κόβεις από πάνω μέχρι κάτω και του βάζεις τις μουσικές που θα τον κρατήσουν στην καρέκλα. Κι όταν κανένας παλιός έλεγε «μπράβο πιτσιρικά» , έκανες πως δεν άκουγες αλλά μετά από λίγο κερνούσες ένα σφηνάκι ουίσκι ή κονιάκ. Εκεί και ο Barry, η Cristine και η Julie.
Αργότερα το βράδυ, το σκηνικό αλλάζει. Με το μηχανάκι στην Ρέμβη, όπου μήνες μετά θα δουλέψω στην λάντζα , πάντα με γραβάτα, καθώς η λάντζα ήταν μπροστά στο μπαρ. Ακολούθησε προαγωγή και δίσκος στο χέρι. Ήταν μεγάλη υπόθεση να βρεις χώρο να παρκάρεις το γυαλισμένο μηχανάκι μπροστά στη Ρέμβη. Να κάτσεις στη σέλα με την μπύρα στο χέρι ή να δώσεις τη σέλα σου στο κορίτσι. Ότι κι αν συνέβαινε, όπου κι αν συνέβαινε, τα πάντα ουσιαστικά γινότανε στη Ρέμβη. Εκεί είναι τα καλύτερα χρόνια της εφηβικής ζωής μας. Εκεί πίναμε και παρκάραμε τα καλύτερα μας χρόνια, στην οδό Περικλεούς Κάβδα. Όλα σε έναν δρόμο γεμάτα ωραίους , μοιραίους, μαλάκες, φλώρους, καλομαθημένους και κακομαθημένους, μαλλιάδες και ζελέδες, timberland και μπότες martins. Ένα δρόμο γεμάτο “απ όλους” , που δεν μπορούσε να χωρέσει ούτε μηχανάκι να περάσει.
Αμέσως μετά στη status, όπου όλα έπρεπε να γίνουν σωστά. Ο Ευθύμης να σε αναγνωρίσει και να σε αφήσει να μπεις χωρίς να περιμένεις στην ουρά και φυσικά χωρίς να πληρώσεις εισιτήριο. Να μπεις και να έχεις μία θέση κοντά στο μπαρ όπου ο Κώστας θα σου σερβίρει το ποτό σου και μετά να πας στην κουζίνα για να κάνεις μουχαμπέτι με τον Μπούμπη . Because the night – Patti Smith, αφιερωμένο και ατελείωτος χορός.
Κι αν όλα γινόταν στη Ρέμβη, όλα τελείωναν στον Κορύλοβο. Άλλοτε γκουρού με τα μηχανάκια , DT 125, Chappy 50 , GLX 90 και το REBEL μου. Άλλοτε με κάποια γκόμενα ή με κάποια αγάπη σε μία στροφή, ανάμεσα στα δέντρα.
Είναι 6 το πρωί. Η μάνα μου, έχει στήσει τη σιδερώστρα σχεδόν μπροστά στην πόρτα και έχει τελειώσει τα ασιδέρωτα χίλιες φορές μέχρι να γυρίσω. Ένα βλέμμα, χίλια λόγια αγωνίας. Μια καλημέρα και ύπνος. Η σιδερώστρα στη θέση της.
Το μέλλον μας δεν έχει καμία απολύτως σχέση με καμία γαμημένη αποστήθιση.
Website Pin Facebook Twitter Myspace Friendfeed Technorati del.icio.us Digg Google StumbleUpon Premium Responsive