Γενιά με κομμένα φτερά της Μαρίας Τάκη

Το παρελθόν είναι τα θεμέλια του παρόντος μας. Κανείς δε φύτρωσε! Ούτε ο ίδιος, ούτε ο τρόπος που σκέπτεται και φέρεται. Το γαϊτανάκι της ζωής έχει αδιάκοπη συνέχεια. Οι «ρίζες», οι γεννήτορές μας μάς μεγάλωσαν, μας θωράκισαν με τα ιδανικά, τις αξίες τους – σωστά ή λάθος δεν θα κριθεί εδώ· μας έχρησαν πρωταγωνιστές στη σκηνή της ζωής και οι ίδιοι αποσύρθηκαν στα καμαρίνια. Την ίδια στιγμή, η προπροηγούμενη γενιά βρίσκεται στη δύση των εμπειριών και των στιγμών αυτού του κόσμου και ο κύκλος μοιάζει να μην έχει ατέλεια, αφού το μοτίβο επαναλαμβάνεται αναλλοίωτο ανά τους αιώνες.

Όσοι διακατέχονται λοιπόν από οποιουδήποτε είδους παρελθοντολαγνεία (να συμπεριληφθώ κι εγώ σ’ αυτούς παρακαλώ) και ψάχνουν για «τις ρετρό εποχές», σίγουρα αγαπούν και συζητήσεις με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Είτε είναι ο παππούς και η γιαγιά, είτε κάποιος συγγενής, είτε ο ένοικος της πολυκατοικίας· κάθε συζήτηση μαζί τους σε κάνει να νιώθεις ότι μπροστά σου έχεις μια κινητή εγκυκλοπαίδεια. Σε μεταφέρει στο κλίμα μιας άλλης εποχής, σου περιγράφει παραστατικά εμπειρίες και αναμνήσεις που δεν θα τις βρεις σε κανένα βιβλίο, σε κανένα ντοκιμαντέρ, που θα ξεχάσεις για λίγο το πού είσαι και θα αναρωτηθείς πώς θα ήσουν και πώς θα ζούσες, αν είχες γεννηθεί μισό αιώνα πριν.

«Τηλέφωνο κι αυτό σταθερό, είχε μόνο το μπακάλικο κι αυτό εκεί γύρω στο 1960. Τα σπίτια απέκτησαν πολύ αργότερα», «Φτώχια παιδάκι μου, φτώχια. Εσείς δεν ξέρετε τι σημαίνει φτώχια», «Δεν ζήσαμε πείνα στο Δεύτερο Παγκόσμιο. Τα βγάλαμε δύσκολα πέρα, αλλά μέχρις εκεί. Τους Αθηναίους τους λυπόμασταν όμως παιδί μου. Έβγαιναν τα κάρα και μάζευαν πτώματα από τους δρόμους. Στο λέω και ακόμη πιάνεται η καρδιά μου», «Η μέρα που θα πηγαίναμε στο φωτογραφείο να βγάλουμε φωτογραφία ήταν γιορτή! Τώρα βγάζετε ένα σκασμό με μηχανές και κινητά και απλά διαλέγετε», «Όλη μέρα μπροστά στις οθόνες είστε, εμείς δεν είχαμε ιδέα από τέτοια μαραφέτια», «Πλυντήριο ρούχων; Πλυντήριο πιάτων; Αυτά ήταν πολυτέλειες! Οι άνθρωποι με αυτοκίνητο δε, μετρημένοι στα δάχτυλα».

Όλα τα παραπάνω είναι μερικές από τις ατάκες, που είτε αυτούσιες είτε παραλλαγμένες όλοι έχουμε ακούσει. Είναι πράγματι σοκαριστικό και μόνο στην ιδέα του πόσο διαφορετικούς ρυθμούς, ανάγκες και φιλοδοξίες είχε ο προηγούμενος αιώνας. Ωστόσο, ειδικά τον τελευταίο καιρό, διαφωνώ όλο και περισσότερο με μια συγκεκριμένη φράση.

«Είστε η γενιά που έχει τα πάντα, γεννήθηκε μέσα στα πάντα. Τεχνολογία, ανάπτυξη, εκπαίδευση. Δεν της λείπει τίποτα. Κι αντ’ αυτού, παραπονιέται ότι δεν ξέρει τι θέλει, τίποτα δεν της φτάνει και μονίμως κάτι της λείπει».

Πίστευα και πιστεύω ότι «τα πάντα» διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο, πόσο μάλλον από εποχή σε εποχή. Πράγματι, μας έχει δοθεί ο τίτλος της «χορτάτης γενιάς», χωρίς να έχω καταλάβει αν ο προσδιορισμός έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο, ενώ ταυτόχρονα δεν αντιλαμβάνομαι και τη χρησιμότητα αυτού. Φυσικά και είμαστε ευλογημένα τυχεροί που δεν έχουμε μνήμες από κανέναν παγκόσμιο, και αν θέλουμε να μιλήσουμε για την Ελληνική πραγματικότητα, εμφύλιο, προσφυγική κρίση του 1922, δικτατορία ή πραξικόπημα.

Για μια στιγμή όμως… Είμαστε η γενιά που γεννήθηκε μέσα σε μια φούσκα επίπλαστης αφθονίας, χαράς και ευημερίας που ξεφούσκωσε εκκωφαντικά και απότομα. Είμαστε μια γενιά που περάσαμε τα εφηβικά μας χρόνια με τον πλανώμενο φόβο μιας πιθανής οικονομικής κατάρρευσης του Ευρωπαϊκού, αν όχι του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα καταλάβαμε ότι οι «πλούσιοι», από ανθρώπους μέχρι χώρες, πάντα έχουν λόγο στη λειτουργία και την πρόοδο των «φτωχών». Είμαστε μια γενιά που προσπαθεί να βρει τις ισορροπίες μεταξύ εικονικής, μέσω internet και social media, και πραγματικής ζωής. Είμαστε η γενιά στην οποία οι ψυχικές ασθένειες, οι διατροφικές διαταραχές και οι κρίσεις άγχους κάνουν πάρτι την ίδια ώρα που οι άνθρωποι που την απαρτίζουν παλεύουν να βρουν την ταυτότητά τους. Είμαστε η πιο μορφωμένη, εκπαιδευμένη και διανοητικά εξελιγμένη γενιά που έχει περάσει ποτέ από τον πλανήτη Γη, που όμως αδυνατεί να ορθοποδήσει οικονομικά και βιώνει στο πετσί της την απαξίωση από τους προηγούμενους, ως η γενιά που δεν προσπαθεί και δεν αγωνίζεται, επειδή απλώς τα επιτεύγματά της δεν είναι απτά και μετρήσιμα όπως χωράφια, σπίτια ή αυτοκίνητα, αλλά μη μετρήσιμα όπως παιδεία, προσωπική βελτίωση και επιστημονική κατάρτιση.

Όσο για την απουσία πολέμου… Μισό λεπτό. Προσφυγικές ροές στην Ανατολική Μεσόγειο από το 2014 με το θέμα να έχει πάρει ακραίες διαστάσεις -πολιτικές και οικονομικές- την τελευταία τριετία, δημοψήφισμα το 2015 και capital controls με αδυναμία εισροής και εκροής κεφαλαίων, πολιτική αστάθεια κι ένας ιός που μετατρέπεται σε πανδημία με μοναδική λύση για την αποφυγή του την παραμονή στο σπίτι.

Ξέρετε, καμιά φορά, οι πιο επικίνδυνοι πόλεμοι είναι οι άυλοι, οι αόρατοι, που δεν τους καταλαβαίνεις, δεν τους αντιλαμβάνεσαι με την πρώτη. Που δεν χρειάζεσαι όπλα και τανκ για να αμυνθείς αλλά ιατρικές στολές, οικονομική πολιτική και κλειστά σύνορα. Που σου καταστρέφουν τα όνειρα πολύ προσεκτικά, με περίσσεια μαεστρία κι ενώ θέλεις να δουλέψεις, να προχωρήσεις, να δημιουργήσεις, ένα χέρι μονίμως σε τραβά από το γιακά λέγοντάς σου «δεν μπορείς». Σου κλείνει τον δρόμο λέγοντάς σου «δεν έχεις χρήματα». Κουνάει τις κλωστές της μαριονέτας σου λέγοντας σου «πρέπει να μείνεις σπίτι για να προστατευτείς». Δεν είμαστε λοιπόν η γενιά που έχει τα πάντα. Είμαστε μια γενιά με κομμένα φτερά. Κι έχουμε κάθε λόγο να θυμώνουμε γι’ αυτό.

πρώτη δημοσίευση offinepost.gr