![]()
Τη δυνατότητα σε νέους εργαζομένους, με λίγα έτη ασφάλισης στο ισχύον σύστημα, να επιλέγουν την ένταξή τους στο νέο κεφαλαιoποιητικό επικουρικό σύστημα, εξετάζει το υπουργείο Εργασίας, παράλληλα με την υποχρεωτική ασφάλιση σε αυτό όλων των νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας.
Στον πυρήνα της κυβερνητικής πρότασης, που επεξεργάζεται ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Πάνος Τσακλόγλου, βρίσκεται ένα νέο, δημόσιο επικουρικό ταμείο που θα λειτουργεί με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, χωρίς να αποκλείεται, σύμφωνα με πληροφορίες, και η ύπαρξη μιας μίνιμουμ εξασφάλισης του αρχικού κεφαλαίου, υπό τη μορφή εγγύησης από το κράτος. Ασφαλιστική κάλυψη θα υπάρχει, άλλωστε, τόσο για τον κίνδυνο θανάτου όσο και αναπηρίας.
Ατομικός «κουμπαράς»
Ο πρώτος πυλώνας –η κύρια σύνταξη– θα παραμένει αμιγώς διανεμητικός. Συμπληρωματικά, θα δημιουργηθεί για τους νέους εργαζομένους ένας ατομικός «κουμπαράς», όπου οι επικουρικές τους εισφορές, της τάξης του 6% σήμερα, θα αθροίζονται, θα τοκίζονται και θα επενδύονται. Στο τραπέζι της συζήτησης βρίσκεται πρόταση ώστε τη διαχείριση να μπορούν να ασκούν και ιδιώτες, υπό την αιγίδα του δημόσιου επικουρικού φορέα. Οι ασφαλισμένοι θα μπορούν να επιλέγουν χαρτοφυλάκια διαβαθμισμένου επενδυτικού κινδύνου, που δυνητικά θα αλλάζει με βάση και την ηλικία των ασφαλισμένων (υψηλότερο επενδυτικό ρίσκο για τους νεότερους, χαμηλότερο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία).
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, το υφιστάμενο αμιγώς διανεμητικό σύστημα –τόσο στις κύριες όσο και στις επικουρικές συντάξεις– δεν ευνοεί τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, είναι υπερβολικά εκτεθειμένο στο «δημογραφικό κίνδυνο» τόσο όσον αφορά τη γήρανση του πληθυσμού όσο και την υπογεννητικότητα, ενώ έχει χάσει την εμπιστοσύνη των νέων. Oπως χαρακτηριστικά ανέφερε, στη συζήτηση με τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργό Τάσο Γιαννίτση και τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς Μιλτιάδη Νεκτάριο, από το 2000 έως σήμερα, τα 4/5 της συνολικής αύξησης του δημόσιου χρέους παρήχθη από τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική πρόταση για μια νέα δομική μεταρρύθμιση, σύμφωνα με τον υφυπουργό, στηρίζεται σε μια σχέση αλληλοϋποστήριξης μεταξύ κοινωνικής ασφάλισης και παραγωγής.
Ο κ. Τσακλόγλου ανέλυσε τους κεντρικούς άξονες της προωθούμενης κυβερνητικής πρότασης για την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στο πλαίσιο του «σουηδικού μοντέλου», με στόχο τη δημιουργία αποταμιεύσεων οι οποίες θα επενδύονται, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης. Η μεταρρύθμιση, σύμφωνα με τον υφυπουργό, θα εισάγει επίσης την έννοια της διαφοροποίησης του κινδύνου, θα οδηγήσει σε υψηλότερες αποδόσεις και κατά συνέπεια υψηλότερες μελλοντικές συντάξεις, ενώ θα αποκαταστήσει και τη χαμένη εμπιστοσύνη των νέων προς το ασφαλιστικό, ενώ θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για την ανασφάλιστη – αδήλωτη εργασία.
Ο κ. Τσακλόγλου παραδέχθηκε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης που επεξεργάζεται το υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να τεθεί σε εξαντλητικό διάλογο με τους φορείς και την κοινωνία πριν πάρει τον δρόμο για τη Βουλή, εντός του 2021, είναι το λεγόμενο «κόστος μετάβασης». Το γεγονός δηλαδή ότι μια γενιά θα πρέπει να πληρώσει δυο φορές.
Βάσει των πρώτων υπολογισμών, το κόστος για την πρώτη 10ετία εκτιμάται σε περίπου 1 δισ. ευρώ, χωρίς σε αυτό να υπολογίζονται και οι ήδη ασφαλισμένοι που θα επιλέξουν εθελοντικά το νέο ταμείο. Σωρευτικά, σε επίπεδο 50 ετών, ανάλογα με τις παραδοχές και τις επιμέρους επιλογές που δεν έχουν «κλειδώσει», το κόστος υπολογίζεται μεταξύ 35 και 55 δισ. ευρώ.
Χθες, ο κ. Τσακλόγλου άνοιξε λίγο τα χαρτιά του, επισημαίνοντας ότι αυτό θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από: α) το λεγόμενο «μέρισμα της ανάπτυξης», ήτοι την αύξηση των διαθέσιμων πόρων που θα προκύψει από την αύξηση των επενδύσεων, του ρυθμού ανάπτυξης και του ποσοστού απασχόλησης, β) τον ήδη σχηματισμένο «κουμπαρά» αλληλεγγύης των γενεών – ΑΚΑΓΕ αλλά και γ) τον κρατικό προϋπολογισμό.
Για τις δυσκολίες του εγχειρήματος μίλησε και ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, αναφερόμενος χαρακτηριστικά στην άβυσσο που διαχρονικά και διακομματικά χωρίζει ένα αξιόπιστο ασφαλιστικό, από ένα ασφαλιστικό που να είναι πολιτικά αποδεκτό, ενώ ο κ. Νεκτάριος, αφού άσκησε κριτική στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση Βρούτση, τάχθηκε υπέρ της μερικής κεφαλαιοποίησης του συστήματος, όχι μόνο για τους νέους, αλλά και για τους μετά το 1992 ασφαλισμένους, βάσει της πρότασης του Πανεπιστημίου Πειραιά.








